Αμφίων ο οικοδόμος (Amfion, constructorul) - Nichita Stănescu
added by: Adina Speranta

Κι ενώ ο Αμφίων παίζει τη λύρα, τα τείχη ψηλώνουν του κάστρου
και τα λιθάρια μοναχά τους χτίζονται (αρχαίος μύθος)
Εδώ στην πεδιάδα όπου παλιά οι θεοί
περνούσαν μονάχα έφιπποι,
όπου κοτρώνια ασπρίζουν σα σκυλόδοντα,
και το χορτάρι φεύγει φοβισμένο προς το χλωρό ορίζοντα,
εδώ θα σε συναντήσω γυναίκα λυγερή,
που απ’την πολλή ομορφιά έχεις αγριέψει,
εδώ θα σε συναντήσω πριν χαράξει,
όταν τ’αστέρια κατρακυλώντας,
βαραίνουν τ’ουρανού μια πλευρά,
κι εσύ, σαν έρχεσαι,
από μένα,
μόλις απέχεις όσο τ’άλμα μιας κραυγής.
Τα μυστικά,
τ’ αληθινά του έρωτα τα λόγια
σ’ τα λέω πριν ακόμα μου φανείς.

Με κύματα του πόντου δέρνω τον αέρα,
μαστιγωμένα στρίβουνε τα δένδρα
οι καρχαρίες κι οι σουπιές, ωσάν καθρέφτες σε χορό.

Σε περιμένω ν’ αποσπάσεις από τη χλόη το σώμα σου, γυναίκα.
Από τους ώμους μου κι απ’ όλο μου το σφρίγος
ξεπηδούν δυο πάνθηρες, πρωτόφαντο ρίγος,
ξαπλώνουνε, δοξάρια, στα νερά,
και γίνονται υδρογέφυρες, να λάμπουν ο καθένας
πάνω απ’ τους σιδηρόδρομους με τα γοργά τα τρένα.

Από το χάλκινο μου στήθος
με μυώνες σαν βέργες στα πλευρά,
το ίδιο θα ξεπεταχτούν αργότερα,
οι λέοντες με φουντωτές τις κόμες,
όλοι, ωσάν χρυσές εκρήξεις θα ξεπεταχτούν,
θα δείρουν τον αέρα και θα σωριαστούν,
και θα γίνουν θεμέλια
κι επιχώματα και μώλοι.

Απ’ το πλευρό μου, σπαρταρώντας σαν σπαθί,
ένα δελφίνι θα πηδήξει πέρα,
εξαίσιο, με λαξευτό κορμί,
με την ουρά χτυπώντας τον υγρό αέρα.
Κατόπι σκουλαρίκι στρογγυλό, θα κατεβεί
και τείχος θε να γίνει, κι έπαλξη.

Ω, από κάθε γόνυ, δέσμες-δέσμες,
οι κόνδορες θε να μου ξεφυτρώσουν,
σε γύρους τον αιθέρα θε να οργώσουν
και θα καθίσουν και θα γίνουν στέγες.

Κι απ’τον αστράγαλο ώσπου να βγεις, γυναίκα,
θα φύγουνε και τ’ άλλα ζωντανά,
αδειάζοντάς μου την ψυχήν ως τα φυτά...

Στενός θα σου φανώ, ίσως σαν τρεμοφέγγισμα,
και πίσω μου φουντώνοντας, πολυτάραχη η πόλη
μες τα επουράνια θα σου κλέψει τη ματιά.

Ω, τρυφερό τ’ ανάερο βάδισμά σου
πάνω απ’ τα χόρτα, απ’ τα σκυλόδοντα κοτρόνια!
μια κυδωνιά παρέμεινεν ακόμη,
μια καϊσιά ακόμη έχει μείνει,
ξερίζωσέ τες και στη στρόγγυλη πλατεία πήγαινέ τες
κι ακόμη μια δαμασκηνιά έχει μείνει,
και παραμένει ακόμη ένα σφεντάμι,
ξερίζωσέ τα και στα σταυροδρόμια φύτεψέ τα
κι ακόμη κι ένας πλάτανος μου μένει
και μια ακακία ακόμη μου’ μεινε,
ξερίζωσέ τα, πήγαινέ τα στο μύλο με τις γέφυρες!

Κι ένα κλωνάρι μου’ χει μείνει φλαμουριά.
Το θέλεις, δέσποινα, το θέλεις, ω κυρά,
εδώ, όπου τα κοτρόνια ασπρίζουν σαν σκυλόδοντα
και το χορτάρι φεύγει φοβισμένο προς τον χλωρό ορίζοντα,
εδώ στην πεδιάδα όπου παλιά οι θεοί
περνούσανε μονάχα έφιπποι...

μετ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς



Translator: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς

see more poems written by: Nichita Stănescu